ἔκκεντρος

ἔκκεντρος, ον, Astron.,
A

κύκλος

not having the earth as centre, eccentric,

Cleom.1.6

, Gem.1.34, Ptol.Alm.3.3, etc.
II not occupying a cardinal point, opp. ἔγκ., Vett.Val.97.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκκεντρος — not having the earth as centre masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκκεντρος — η, ο (AM ἔκκεντρος, ον) 1. αυτός που βρίσκεται έξω από το κέντρο 2. το ουδ. ως ουσ. μηχανισμός που προορίζεται να μετατρέψει μια ομαλή κυκλική κίνηση σε ευθύγραμμη εναλλασσόμενη αρχ. αυτός που στρέφεται γύρω από άξονα ο οποίος δεν περνά από το… …   Dictionary of Greek

  • έκκεντρος — η, ο 1. που δε βρίσκεται στο κέντρο κύκλου, ο εκκεντρικός (βλ. λ., 1). 2. (μηχ.), που στρέφεται γύρω από άξονα, ο οποίος δεν περνάει από το κέντρο του. 3. το ουδ. ως ουσ., έκκεντρο (βλ. λ.). 4. φρ., «έκκεντροι κύκλοι», κύκλοι που περικλείνονται… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔκκεντρον — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem acc sg ἔκκεντρος not having the earth as centre neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκέντροις — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκέντρου — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκέντρους — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκέντρων — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκέντρῳ — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκκεντροι — ἔκκεντρος not having the earth as centre masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκκεντρο — Κινηματικό όργανο το οποίο επιτρέπει τη μετάδοση κινήσεων, που ρυθμίζονται από οποιονδήποτε νόμο σε συνάρτηση με τον χρόνο. Ονομάζεται και εκκεντρική βαθμίδα ή, σπανιότερα, κτηδών. Ιδιαίτερα μετασχηματίζει μια ομαλή κυκλική κίνηση ενός άξονα σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.